Γρεβενά


Ο Χρόνος της Πίνδου

Εθνικός Δρύμος
Πίνδου Η περιοχή των Γρεβενών καταλαμβάνει το απέραντο ορεινό πεδίο που ξεδιπλώνεται στη λεκάνη του μέσου ορου του Αλιάκμονα, στα ανατολικά της οροσειράς της Πίνδου. Η ανθρώπινη παρουσία στο τμήμα αυτό της λεκάνης του Αλιάκμονα χάνεται πίσω από τους ιστορικούς χρόνους. Συνολικά, έχουν βρεθεί επιφανειακά ευρήματα οικιστικής δραστηριότητας σε 160 τοποθεσίες και είναι γνωστο ότι η σημερινή περιοχή Γρεβενών ανήκε στην αρχαιότητα στις επικράτειες της Τυμφαίας και της Ελιμείας. Αν και πολλές από αυτές τις θέσεις κατοικήθηκαν συνεχώς από τα νεολιθικά έως τα ρωμαϊκά χρόνια, φαίνεται ότι δεν ήσαν παρά χαλαρές αγροτικές συνοικήσεις που δεν άφησαν ερείπια σημαντικών κτιρίων ή ναών. Οι συνοικήσεις αυτές διασπείρονται σε όλη την ημιορεινή ζώνη, σταματώντας στους Εθνικός Δρύμος
Πίνδου Λίμνες Φλέγγα (υψόμετρο 1960 μ.) πρόποδες των βουνών, όπου οι μόνες ενδείξεις ανθρώπινης εγκατάστασης είναι τα ορυχεία σιδηρομεταλλευμάτων κόντα στο Περιβόλι και οι οχυρώσεις στο Καστρί Φιλιππαίων και το Καστρί Πολυνερίου. Στο όριο ανάμεσα στο βουνό και τους λόφους και πάνω στο στιβαρό άνδηρο του Ορλιακα, ιδρύθηκε το σπουδειότερο οχυρό της περιοχής, το Σπήλιο, το μοναδικό πόλισμα των βουνών που πέρα από την ασφάλεια των παμπάλαιων τειχών του, προσέφερε στους κατοίκους του τη δυνατότητα παραγωγής στις κρυφές και φυσικά προστατευμένες κοιλάδες του. Χάρις σε αυτά τα πλεονεκτήματά του, το Σπήλιο διατήρησε τη σημασία του στα ταραγμένα πρωίνα βυζαντινά χρόνια και την ενλισχυσε μετά το 6ο αιώνα, αρχή του μακραίωνου διαστήματος αστάθειας που εγκαινιάζει η διείσδυση των σλάβων και Το χωριό
Περιβόλι συνεχίζεται με τα τουρκικά φύλα. Αυτή την περίοδο, βυζαντινές φρουρές εγκαταστάθηκαν ξανά στα παλία ρωμαϊκά οχυρά στους Φιλιππαίους και το Πολυνέρι, αλλά και σε καινούργια έμπεδα, όπως στον Έλατο και το Κηπουριό, κοντύτερα στις γεωργικές ζώνες, όπου η απουσία μεγάλων γαιοκτημόμων είχε προσελκύσει αγροτικούς πληθυσμούς από τα ανατολικά της αυτοκρατορίας. Στα νοτιά, άγνωστο που ακριβώς, ιδρύεται το κάστρο της Βουχάλιστας, ενώ στο κέντρο όλης αυτής της περιοχής, κάπου στον 10ο αιώνα, εμφανίζεται η χωρική έννοια των Γρεβενών, που στην αρχή αναφέρεται σε κάποιο στρατιωτικό σταθμό, μετά σε έδρα μητρόπολης και αργότερα στον πρώτο οικιστικό πυρήνα. Στα ύστερα βυζαντινά χρόνια, η μέση κοιλάδα του Αλιάκμονα θα γνωρίσει αξιόλογη οικιστική ανάπτυξη και παράλληλη την πρώτη μοναστική παρουσιά.

Από τα τέλη του 14ου αιώνα, με την υποταγή της Μακεδονίας στους Τούρκους και την γενίκευση των αναταραχών στην πεδίαδα, η περιοχή των Γρεβενών, καθρεφτίζοντας την εξάρτηση του ορεινού χώρου από τις εξελίξεις της μεγάλης ιστοριάς, θα γνωρίσει μια αξιοσημείωτη ένταση αποίκησης. Σταδιακά, οι αγροικίες γίνονται πυρήνες συνοικήσεων, που θα συσπειρωθούν σε οικισμούς μετά τον16ο αιώνα. Στη θέση των πρώτων ασκηταρίων ιδρύονται οι μονές Τουρνικίου και Ζάβορδας, όπου φωτισμένοι μοναχοί προσπαθούν να ανακόψουν το ρεύμα του εξισλαμισμού που προχωρά ανάντι του Αλιάκμονα. Γρήγορα τα δύο μοναστήρια θα εξελιχθούν σε πυρήνες γαιοκτησίας και θα συμπειρώσουν αγροτικούς πληθυσμούς, ενώ στα δυτικά η μικρή συμπολιτεία των αγροτικών συνοικισμών του Σπηλαίου προστατεύει την παρουσία και την δομή της με την ίδρυση του μεγάλου μοναστηριού της Παναγιάς. Το 18ο αιώνα. Οι οικισμοί του Βόϊο, τα Κουπάτσια και τα Χάσια ενισχύθηκαν πληθυσμιακά από Ηπειρώτες που αναζητούσαν αδέσμουτες γαίες και καταφύγιο. Εντωμεταξύ, ήδη από το 16ο αιώνα ο οικισμός των Γρεβενών, στο σταυροδόμι των πανάρχαιων δρόμων από τη Θεσσαλία προς την μακεδονική ενδοχώρα, έχει αποκτήσει μόνιμο πληθυσμό και μετά τον Αποψή
Γρεβενών 17ο αναδεικνύεται σε κόμβο ενός ευρύτατου ιστού διακίνησης και εμπορίας αγαθών, αποτέλεσμα της καλύτερης οργάνωσης της αγροτικής παραγωγής και της δημογραφικής ευρωστίας. Στα τέλη του 18ου αιώνα, τα Γρεβενά ήσαν ανθηρό τμήμα του βιλαετίου του Μοναστηρίου και οργάνωναν τρία ετήσια παζάρια, τη μεγάλη εμποροπανήγυρη του Μουρονόρους, τη ζωοπανήγυρη του Αχίλλη στην πόλη των Γρεβενών και το αγροτικό παζάρι του Κέντρου, στα Βέντζια.

Ολο τον 19ο αιώνα, η περιοχή των Γρεβενών, μαζί με την Θεσσαλία, την υπόλοιπη Μακεδοία και την Ηπειρο, παραμένει προσδεδεμένη στην οθωμανική αυτοκρατορία. Παρόλες τις συγκρούσεις, ο 19ος Αγαλμα του
Μητροπολίτη Αιμιλιανού στην κεντρική πλατεία τω Γρεβενών αιώνας είναι για τα χωρία και την πόλη των Γρεβενών, όπως και για την υπόλοιπη ορεινή Ελλάδα, μια περίοδος οικονομικής ακμής και κοινωνικής ανέλιξης. Ωστόσο, η καράσταση παραμένει ασταθής και όταν το 1881 τα ελληνοτουρκικά σύνορα θα φτάσουν στα νότια χωριά των Γρεβενών, οι εντάσεις θα αυξηθούν, με αποκορύφωμα τη δολοφονία του μητροπολίτη Γρεβενών Αιμιλιανόυ στα δάση των Χασίων. Ο 19ος αιώνας κλείνει μέσα στην κορύφωση του ένοπλου αγώνα, που θα οδηγήσει το Μακεδονικό στις αρχές της δεύτερης δεκαετίας του 20ου στην φάση της οριστικής του διευθέτησης. Για τα Γρεβενά η λήξη αυτής της περιόδου σηματοδοτείται με την απελευθέρωση της πολής στις 13 Οκτωβρίου 1912.

Μετά τους Βαλκανικούς πολέμους, ολοκληρώνεται η αποχώρηση των μουσουλμάνων και η εγκατάσταση των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, κυρίως στα χωρία των Βεντζίων. Επί τέσσερεις δεκαετίες και ενώ η Δεσκάτη ήταν προσαρτημένη στο νομό Λαρίσης, τα χώρια και η πόλη των Γρεβενών συγκρότησαν την δυτικότερη επαρχία του νομού Κοζάνης. Στις αρχές της κρίσιμης δεκαετίας του 40, οι κοιλάδες της Πίνδου συνταράσσονται από τις συμπλοκές της βίαιης ελληνο-ιταλικής σύρραξης που ακολουθούνται από εμφύλιες αναταραχές, απόηχους των αλυσιτελών βαλκανικών διευθετήσεων. Στα 1961 τα Γρεβενά σχηματίζουν το νεώτερο νομό της χώρας, συμπεριλαμβάνοντας την περιοχή της Δεσκάτης και ένα μέρος από τα Μαστοροχώρια του Βόϊου.

Ο νομός Γρεβενών έχει έκταση 2.290 τετ. Χλμ και 36.717 κατοικούς, παρουσιάζοντας έτσι μια από της χαμηλότερες πυκνότητες κατοίκησης στη χώρα, που διαβαθμιζεταί ωστόσο έντονα από τα άκρα προς το κέντρο, όπου η πόλη των Γρεβενών και οι κοινοτήτες που την περιβάλουν, την συμπληρώνουν και εξαρτώνται από αυτήν συγκροτούν ένα ακτινωτό ιστό 18 οικισμών και 14.000 κατοίκων, μέ πυρηνα την Ο χορός του
Τσάτσου στη Σαμαρίνα πόλη των Γρεβενών, κέντρο του εμπορίου, της διοικήσης και της αναψυχής. Στην άλλη άκρη του νομού, η Δεσκάτη είναι ο κύριος οικισμος του υψιπέδου αναμέσα στα Καμβούνια και τα Χασία και με τους πέντε οικισμούς που συντασσονταί μαζί της συναθροίζει 5.000 κατοίκους.

Ο υπόλοιπος χώρος ανήκει σε 87 οικοσμούς που συγκροτούν πέντε ενότητες. Ψηλά στις πλαγιές της Πινδού, σε υψόμετρο που ξεπερνά τα 1000 μέτρα, αναβιώνουν κάθε καλοκαίρι τα Βλαχοχώρια. Το Περιβόλι, η Αβδέλα και η Σμίξη πλευρίζουν τη Βασιλίτσα, ενώ το πιό γνωστό, η Σαμαρίνα, απολαμβάνει δίκαια τον τίτλο της πιό αλπικής κοινότητας της χώρας. Η Κρανιά, που ακουμπά στις ανατολικές πλαγιές του Ζυγού είναι το μοναδικό βλαχοχώρι μόνιμης κατοίκησης.

Χαμηλότερα, ανάμεσα στο δάσος των μαυρόπευκων και τις βελανιδιές, σκορπιζονται τα χωριά των Κουπατσαραίων, σχηματίζουν ένα δακτύλιο γύρω από τα Βλαχοχώρια. Στα χωριά αυτά, το Το ιστορικό
Σπήλαιο, σκαρφαλωμένο στην πλαγιά Όρλιακα Μικρολίβαδο, το Κηπουριό, το Τρέκωμο, το Παρόρειο, το Κοσμάτι, το Σπήλιο, το Περιβολάκι, τους Φιλιππαίους, την Αλατόπερτα, τα Αναβρυτά, το Πολυνέρι, το Λάβδα, το Πανόραμα, το Πρόσβοτο, το Μεσολούρι και το Δοτσικό, οι κάτοικοι επιδόθηκαν κύρια στην κτηνοτροφία και την καλλιέργεια των απότομων πλαγιών του βουνού και δευτερευόντως στις εργασίες του ξύλου. Από το 17ο αιώνα, οι Κουπατσαραίοι έκλονται από τις προοπτικές που δίνει η ενιαία μορφή της Βαλκανικής και γίνονται ονομαστοί αγωγιάτες που διασχίζουν από άκρη σε άκρη τη χερσόνησο, μεταφέροντας τα προϊόντα των Βλάχων στον κάμπο και ανεβάχοντας στην επιστροφή τα είδη που έλειπαν από το βουνό, βιοτεχνικά αγαθά, λάδι και το αλάτι.

Ανατολικά από το Δοτσικό και μέχρι τον Αλιάκμονα απλώνεται μια μεγάλη ράχη που ξεκόβει από το Βόϊο και σχηματίζει το βόρειο όριο του νομού. Κρυμένα στις ψηλότερας πτυχές της, το Δασύλλιο, το Τρίκορφο, η Καλλονή, το Κυπαρίσσι, οι Κυδωνιές, ο Αγιος Κοσμάς, οι Εκκλησιές και το Λείψι, πρώτα ξαδέρφια με τα άλλα χωριά του Γράμου και του Βόϊου, μοίραζαν κάποτε το ενδιαφέρον τους ανάμεσα στη γεωργία και την κτηνοτροφία. Από τον 18ο αιώνα, ολόκληρη η ομάδα αυτή στρέφεται στα επαγγέλματα που συνδέονται με την οικοδομική. Χαμηλότερα στην ίδια ράχη, η Ροδιά, το Μέγαρο, οι Αμυγδαλιές, η Αγία Τριάδα, η Λόχμη, τα Αηδόνια, το Δασάκι και τα Κριθαράκια, εδραίοι πληθυσμοί που αποζούσαν από τη καλλιέργια των σιτηρών, στράφηκαν κι' αύτοι στη ζωή των περιπλανώμενοων μπουλουκιών των μαστόρων. Το ίδιο συνέβη και στα καθαρά γεωργικά χωριά που συγκροτήθηκαν στην απόληξη αυτής της ράχης, τον Αγιο Γεώργιο, την Κιβωτό, τη Μηλιά, την Κοκκινιά, το Πολύδεντρο, τον Ταξιάρχη και το Ελεύθερο, όπου όμως η γεωργία διατήρησε την πρωτοκαθεδρία στην απασχόληση. Σήμερα όλα αυτά τα χωριά της παλιάς επικράτειας των μαστόρων του Βόϊου διασώζουν σπίτια, εκκλησίες και άλλα κτίσματα με εξαιρετικές τοιχοδομίες καλοδουλεμένης πέτρας, όπου σώζονται οι εγχάρακτες χρονολογήσεις του περασμένου αιώνα.

Νότια από το Βενέτικο, στο δασωμένο λαβύρινθο των Χασίων, διείσδυσαν αγροτικοί πληθυσμοί που συγκρότησαν σταδιακά μια H μονή της
Παλιουριάς (Ευαγγελίστριας), στα Καμβούρια δεκάδα συνοικισμών, από τους οποίους κατοικούνται ακόμα η Ανθρακιά, ο Αιμιλιανός, ο Δεσπότης, η Καλλιθέα, τα Πριλονια, ο Σιταράς, το Φελλί, το Ελουθεροχώρι και οι Αγίοι Θεόδωροι, παρόδιο κέντρο της ενότητας. Οι πληθυσμοί των Χασίων προσανατολίστηκαν κύρια στην κτηνοτροφία, ενώ αντίθετα στη γειτονική του Φιλουριά, στην έξοδοτης μεγάλης ρεματιάς της Σιούτσας, ήσαν και παραμένουν γεωργοί. Οι οικισμοί της Φιλουριάς βρίσκονται περιμετρικά του κώνου αποθέσεων που άδειασε η Σιούτσα, το Καρπερό και η Δήμητρα κοντά στον Αλιάκμονα, η Κατάκαλη, το Τριφύλι, η Τρικκοκιά και η ’νοιξη στους πρόποδες των Χασίων, ενώ η Παλιουριά στην άκρη της Βουνάσας.

Τέλος, στα ανατολικά του νομού εκτείνονται τα Βέντζια, Το
μοναστήρι της Ζάβορδας διαμορφώνοντας μια μεγάλη αγροτική ζώνη στις υπώρειες του Βούρινου. Καταμεσής ενός καθαρά γεωργικού τοπίου, η Κνίδη και οι δορθφόροι της, η Ιτέα, το Πιστικό, ο Πόρος, τα Λαγκαδάκια και η Μικροκλεισούρα δημιουργούν ένα οικιστικό σύμπλεγμα στενά συνδεδεμένο με την πόλη των Γρεβενών. Στην περιοχή των Πυλωρών και της Ποντινής οι πτυχώσεις του αναγλύφου αρχίζουν να εντείνονται σε τοπία ορεινής φυσιογνωμίας ανάμεσα στο Παλιοχώρι, το Δίπορο και το Νεοχώρι. Το παρηκμασμένο Κέντρο, που ήταν κάποτε ο πόλος της νότιας ενότητας, έχει τώρα υποσκελιστεί από τους Αγαλαίους και τη Σαρακήνα. Τέλος, χαμηλά στον Αλιάκμονα βρίσκεται η Παναγιά, που συγκράτησε την υποχώρηση των γεωργικών συνοικήσεων των δύο μεγάλων μοναστηρίων του μέσου Αλιάκμονα, της Ζάβορδας και του Τουρνικίου.

grevena.vg@globeint.com
© Copyright 1998-99,2000-02